ἄναξ

ἄναξ, -κτος
Grammatical information: m.
Meaning: `lord, ruler' (Il.)
Other forms: Voc. ἄνα (Il.). Pl. (Ϝ)άνακες N. of the Dioskouroi. Fem. (Ϝ)άνασσα (\< *Ϝανακ-ι̯ᾰ) `ruler (f.)' (Il.).
Dialectal forms: Myc. wanaka \/wanaks\/; wanakate \/wanaktei\/; wanakatero = Ϝανάκτερος, -ον with -τερος indicating opposition as in ἀγρότερος, ὀρέστερος. wanasoi \/wanassoiin\/ dat. du. Also wanasewijo \/-ēwios\/; -ewija of vases.
Compounds: Άναξαγόρας etc., Ίππῶναξ etc.
Derivatives: From (Ϝ)άνακες : (Ϝ)ανάκειον `temple of the Dioskouroi' (Att., NWGr. etc.), Άνάκεια pl. `Feast for the Dioskouroi' (Lys.). - Denom. verb ἀνάσσω `be lord, rule' (Il.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: No IE etym.; prob. a substr. word; Meillet Mél. Glotz 2, 587ff., like βασιλεύς. - The t-less forms may be younger, given the Myc. evidence, but see Ruijgh Elém. Ach. 112, also Lingua 25 (1970) 309ff. - OPhr. vanaktei, NPht. ουανακταν, from Greek?
Page in Frisk: 1,102-103

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἅναξ — ἄναξ , ἄναξ lord masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄναξ — masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄναξ — lord masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άναξ — (anax). Επιστημονική ονομασία γένους οδοντογνάθων εντόμων της οικογένειας των λιβελλιδών. Τα έντομα αυτά βρίσκονται σε όλους τους τόπους όπου υπάρχουν στάσιμα γλυκά νερά. Γνωστά είναι γύρω στα δώδεκα είδη, από τα οποία τα τρία ζουν στην Ευρώπη.… …   Dictionary of Greek

  • 'ναξ — ἄναξ , ἄναξ lord masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὤναξ — ἄναξ , ἄναξ lord masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ὦναξ — Ἄναξ , Ἄναξ masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Anax [1] — Ἄναξ, ακτος, ein gemeiner Beynamen des Apollo, welcher von ἆκος, Hülfe oder Cur herkommen soll, weil er dem Bösen, als ein Gott der Arzeney abhelfen soll. Gyrald. Synt. VII. p. 237 …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • ἀνακτόρων — ἄναξ lord masc gen pl ἀνάκτορον king s dwelling neut gen pl ἀνάκτωρ masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀνάκτεσιν — Ἄναξ masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνάκτεσιν — ἄναξ lord masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.